ευσαρκία

ευσαρκία
η тучность, полнота; дородность

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ευσαρκία" в других словарях:

  • εὐσαρκία — εὐσαρκίᾱ , εὐσαρκία fullness of flesh fem nom/voc/acc dual εὐσαρκίᾱ , εὐσαρκία fullness of flesh fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσαρκίᾳ — εὐσαρκίᾱͅ , εὐσαρκία fullness of flesh fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευσαρκία — η (Α εὐσαρκία) [εύσαρκος] νεοελλ. πολυσαρκία αρχ. 1. η καλή κατάσταση, η ευρωστία τού σώματος («εὐσαρκία και ἀσαρκίᾳ», Αριστοτ.) 2. (για καρπό) η μεστότητα …   Dictionary of Greek

  • εὐσαρκίας — εὐσαρκίᾱς , εὐσαρκία fullness of flesh fem acc pl εὐσαρκίᾱς , εὐσαρκία fullness of flesh fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσαρκίαι — εὐσαρκίᾱͅ , εὐσαρκία fullness of flesh fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσαρκίαν — εὐσαρκίᾱν , εὐσαρκία fullness of flesh fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσαρκίαις — εὐσαρκία fullness of flesh fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσαρκίη — εὐσαρκία fullness of flesh fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσαρκίην — εὐσαρκία fullness of flesh fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσαρκίης — εὐσαρκία fullness of flesh fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευσάρκωσις — εὐσάρκωσις, ἡ (Α) [ευσαρκόω, ώ] η ευσαρκία, η καλή κατάσταση τού σώματος …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»